Η χαρά και η απόλαυση υπήρξαν ανέκαθεν έννοιες αμφίσημες. Από τη μία, παρουσιάζονται ως φυσικές εκφράσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, από την άλλη, συχνά φορτώνονται με ενοχή, καχυποψία και ηθικό βάρος. Σαν να επιτρέπονται μόνο υπό όρους. ‘Όταν έχουν κερδηθεί, όταν είναι μετρημένες, όταν δεν ξεφεύγουν από τα όρια του «επιτρεπτού».
Σε πολλές κοινωνίες, και ιδιαίτερα στον δυτικό πολιτισμό, η χαρά δεν αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο δικαίωμα αλλά ως πιθανή εκτροπή. Η απόλαυση γίνεται ύποπτη, ιδίως όταν δεν συνδέεται άμεσα με παραγωγικότητα, επιτυχία ή κοινωνική αναγνώριση. Η ξεκούραση χωρίς λόγο, το γέλιο χωρίς αιτία, η σωματική ή συναισθηματική απόλαυση χωρίς «αντάλλαγμα» συχνά γεννούν εσωτερικές αντιστάσεις και ενοχές.
Από μια οπτική, η ενοχοποίηση της χαράς δεν είναι ατομικό χαρακτηριστικό αλλά προϊόν σχέσεων. Μαθαίνεται μέσα στο οικογενειακό σύστημα, μέσα από ρητά και άρρητα μηνύματα, μέσα από το τι επιτρέπεται να εκφραστεί και τι όχι. Η χαρά του παιδιού μπορεί να περιορίζεται όταν «ενοχλεί», όταν δεν χωράει στο άγχος, στην κόπωση ή στις ανεκπλήρωτες ανάγκες των ενηλίκων. Έτσι, το παιδί μαθαίνει όχι μόνο πώς να συμπεριφέρεται, αλλά και πώς να νιώθει.
Η οικογένεια λειτουργεί ως το πρώτο πλαίσιο ρύθμισης της απόλαυσης. Σε κάποια συστήματα, η χαρά βιώνεται ως απειλή για την ισορροπία. Το πολύ γέλιο θεωρείται επιπολαιότητα, η απόλαυση εγωισμός, η χαλάρωση αμέλεια. Σε άλλα, επιτρέπεται μόνο υπό όρους, συνήθως μετά από προσπάθεια, υπακοή ή επιτυχία. Έτσι, η χαρά συνδέεται όχι με τη σχέση, αλλά με την επίδοση.
Ο γονεϊκός ρόλος βρίσκεται συχνά παγιδευμένος σε αυτή τη δυναμική. Γονείς που οι ίδιοι μεγάλωσαν με ενοχοποιημένη τη χαρά, δυσκολεύονται να τη νομιμοποιήσουν στα παιδιά τους. Όχι από έλλειψη αγάπης, αλλά από πίστη ότι η ζωή απαιτεί σκληρότητα, αντοχή και έλεγχο. Η φροντίδα μεταφράζεται σε προστασία από τη «χαλαρότητα», και η αγωνία για το μέλλον επισκιάζει τη χαρά του παρόντος.
Συχνά, ο γονέας νιώθει ενοχή όταν απολαμβάνει χρόνο για τον εαυτό του, σωματική ξεκούραση, προσωπική χαρά. Αυτή η ενοχή μεταδίδεται σιωπηρά στο παιδί, όχι ως λόγια αλλά ως κλίμα. Το παιδί μαθαίνει ότι η απόλαυση κοστίζει, ότι κάποιος πληρώνει γι’ αυτήν, ότι η χαρά είναι περιορισμένος πόρος. Έτσι, η χαρά δεν βιώνεται ως κοινή εμπειρία σύνδεσης, αλλά ως κάτι που πρέπει να ελέγχεται.
Στο εσωτερικό του ατόμου, αυτή η εμπειρία μετατρέπεται σε εσωτερικό κριτή. Ένα κομμάτι που παρακολουθεί και ρυθμίζει: «Μην ξεφεύγεις», «μην επαναπαύεσαι», «μην χαίρεσαι πολύ». Ακόμα και στις πιο ασφαλείς συνθήκες, η χαρά συνοδεύεται από άγχος ή προσδοκία απώλειας. Σαν να μην επιτρέπεται να κρατήσει.
Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η διάκριση ανάμεσα στη χαρά ως συναίσθημα και στην απόλαυση ως βιωματική εμπειρία. Όταν το οικογενειακό σύστημα δυσκολεύεται να αντέξει την ένταση της απόλαυσης σωματικής, συναισθηματικής, σχεσιακής τότε το παιδί μαθαίνει να αποσυνδέεται από το σώμα και τις ανάγκες του. Όμως η απόλαυση δεν απειλεί τη σχέση, αντίθετα τη θρέφει, όταν μπορεί να μοιραστεί χωρίς φόβο.
Η χαρά δεν είναι πολυτέλεια ούτε ανταμοιβή. Είναι βασικός ρυθμιστής του νευρικού συστήματος, φορέας σύνδεσης και ασφάλειας. Στη γονεϊκή σχέση, η χαρά λειτουργεί ως γλώσσα, η οποία λέει «είσαι ευπρόσδεκτος», «χαίρομαι που υπάρχεις», «μπορούμε να είμαστε καλά μαζί». Όταν απουσιάζει, το παιδί μπορεί να μάθει να είναι σωστό, αλλά όχι απαραίτητα ζωντανό.
Ίσως, λοιπόν, η επανανοηματοδότηση της χαράς να είναι και μια βαθιά γονεϊκή πράξη. Όχι ως παροχή, αλλά ως στάση. Η ικανότητα του γονέα να αντέχει τη χαρά και την απόλαυση, χωρίς ενοχή, χωρίς φόβο, χωρίς έλεγχο, αποτελεί πράξη συναισθηματικής ωρίμανσης. Η χαρά δεν αναιρεί την ευθύνη και θεμελιώνει την ανθρώπινη σχέση.
Και ίσως, τελικά, μέσα σε οικογενειακά συστήματα που έμαθαν να επιβιώνουν, η μεγαλύτερη θεραπευτική μετατόπιση να είναι αυτή. Να επιτραπεί η χαρά, όχι ως διάλειμμα από τη ζωή, αλλά ως μέρος της!